Helal στην Ανδρομάχη

Χάλα Ομράν "Ανδρομάχη", σκηνοθεσία: Jean-Christof Sais, Δαμασκός πολιτιστική πρωτεύουσα του Αραβικού κόσμου

(αναδημοσίευση από την Κυριακάτικη Αυγή 2008)

Μια αραβόφωνη Ανδρομάχη είδαμε στο πλαίσιο του φεστιβάλ Αθηνών, τη Σύρια ηθοποιό Hala Omran, να παίζει με συμπατριώτες της και Γάλλους ηθοποιούς στα αραβικά και τα γαλλικά την ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη. Η παράσταση ξεκίνησε μέσα στο μονοετή κύκλο πολιτιστικών εκδηλώσεων “Δαμασκός, πολιτιστική πρωτεύουσα του αραβικού κόσμου”, -που κάθε χρόνο δίνει τη σκυτάλη σε μια διαφορετική αραβική πόλη και που του χρόνου προοιονίζεται να είναι κάποια παλαιστηνιακή-, με συγχρηματοδότηση επιπλέον του γαλλικού πολιτιστικού κέντρου της Συρίας και του Φεστιβάλ Αθηνών. Προσφάτως η Συρία άρχισε μια προσπάθεια αποκατάστασης της παραδοσιακής σχεδόν γαλλοφωνίας της, καθώς τα τελευταία χρόνια και στη Συρία και στο Λίβανο και στην Αίγυπτο η αγγλική έχει πάρει το προβάδισμα και δίνει τα ανάλογα κοινωνικά και πολιτισμικά προϊόντα. Το εγχείρημα της δίγλωσσης αυτής παράστασης, παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, πολύ περισσότερο που λειτουργεί ουσιαστικά ως κρίκος ανάμεσα στον ελληνικό με τον αραβικό κόσμο μέσω της γαλλικής αλλά και της παγκόσμιας θεατρικής γλώσσας. Πρόκειται για ένα παρθένο πεδίο πολιτισμικών ανταλλαγών και ζυμώσεων, έτοιμο να υποδεχθεί νέα στοιχήματα αλλά που έχει όμως επίσης την ανάμνηση ισχυρών δεσμών του παρελθόντος.

Η φόρμα της παράστασης, στον κλειστό χώρο του φεστιβάλ “Σχολείο”, στην Πειραιώς 59, ήταν ιδιαίτερη, με αργούς ρυθμούς καθόλη τη διάρκεια και ακινησία κάποια στιγμή της Ανδρομάχης. Το φόντο της στρογγυλής αμμώδους σκηνής όλο μαύρο πανί που μέσα του κρύβονταν οι κουίντες, απ’ όπου ξεπρόβαλλαν και ξετυλίγονταν αργά η τραγωδία και τα πρόσωπα κι απ’ όπου εξίσου αργά και ρυθμικά έσβηναν μέσα στο μαύρο. Η σκηνική λιτότητα αφενός υπογράμμιζε αισθητικά το λόγο, αφετέρου επέτρεπε σκηνές-σκηνές τη δημιουργία ποιητικών εικόνων από το αγκάλιασμα του φωτός με τα σώματα των ηθοποιών. Μόνη περιγραφή, ένα παραλληλόγραμμο από κάθετη προβολή φωτός, πλαίσιο που περιέβαλλε την Ανδρομάχη ως ναός, στοιχείο που ο σκηνοθέτης Jean-Christof Sais αγαπά και έχει χρησιμοποιήσει προ ολίγων ετών με μαύρο φόντο και σε γυμνή σκηνή, από άμμο, για το “Μοναξιά στους κάμπους με βαμβάκι” του Μπερνάρ Κολτές, στο Hôtel de Ville στο Παρίσι. Η θαυμάσια μουσική εγχόρδων του Gilbert Gandil συνόδευε λυρικά και χαμηλόφωνα το δράμα, σβήνοντας τις πολιτισμικές περιοχές σαν βιολί, σαν ούτι, σαν λύρα.

Η αραβική γλώσσα, την οποία αποφάσισε ο Sais να μιλούν οι Τρώες και ο χορός, ενώ τη γαλλική οι Έλληνες, ακουγόταν συγκινητικά σαν φυσική γλώσσα του έργου. Όχι ως προς τη δομή της που είναι πάρα πολύ διαφορετική ή τη σχέση της με το αρχαίο δράμα. Αλλά τα ανοιχτά φωνήεντά της, τα “κ” και κυρίως τα διάφορα “χ” της, με τις βαθιές ανάσες της, δίνουν την αίσθηση να ανασύρουν μέσα απ’ τα σπλάχνα και το διάφραγμα όλο το ιερό της τραγωδίας, τον σάρκινο λόγο· πολύ περισσότερο που, ως γλώσσα αρχαϊκών κοινωνιών, εκφράζει συναισθήματα μέσα από το σώμα και γεννοβολά αδιάκοπα ποίηση. Η δραματουργική επεξεργασία στην αραβική έγινε από τη σπουδαία παλαιστήνια διανοούμενη, πανεπιστημιακό και μεταφράστρια, Marie Elias, η οποία μάχεται για τη θέση του θεάτρου στον αραβικό κόσμο, εισάγοντας σύγχρονο θέατρο. Παρενθετικά: η ίδια δουλεύει εδώ και καιρό πλάϊ στο σημαντικότερο αιγύπτιο σκηνοθέτη θεάτρου Hassan El Geretly πάνω και σε μιαν άλλη ελληνική τραγωδία, την οποία εύχονται να φέρουν και στην Ελλάδα, αν ενδιαφερθεί το Ελληνικό Φεστιβάλ, το φεστιβάλ αρχαίου δράματος στη Θεσσαλονίκη ή το φεστιβάλ Πέρα από τα όρια, για παράδειγμα.

Η Ανδρομάχη παρουσιάστηκε ως ένα δίδαγμα υπερασπιζόμενο αφενός τη γυναικεία φύση και τη γυναικεία αξιοπρέπεια, αφετέρου τους ξένους πολίτες ενός τόπου οι οποίοι μάλιστα βρέθηκαν σ’αυτόν επειδή αρχικά κατακτήθηκαν και όχι από δική τους εισβολή. Στα όρια του σχηματικού, λόγω του διαμοιρασμού της γλώσσας, αλλά επιπλέον και των υπαινισσόμενων αναλογιών της παραπάνω συνθήκης των ξένων με την πιο πρόσφατη ιστορική πραγματικότητα, με τους Άραβες και τους Γάλλους κυρίως, ή τους Δυτικούς και τους Ανατολίτες, με τη θέση της γυναίκας στον Αραβικό κόσμο, η παράσταση δεν έκρυβε τις ραφές και τα μπαλώματά της. Περιείχε στοιχεία τα οποία δεν συγχωνεύθηκαν, δεν ενώθηκαν, ή δεν συνυπήρξαν με τρόπο γόνιμο, ανταλλαγής, είτε αυτό αφορά στα πολιτισμικά, είτε στα αισθητικά στοιχεία, είτε στην ερμηνεία των ηθοποιών. Η αραβική γλώσσα και κουλτούρα δηλαδή δεν υπάρξαν παρά ως ένα δυτικά χρησιμοποιούμενο δομικό στοιχείο του γίγνεσθαι της παράστασης. Δεν έγινε προσπάθεια από το σκηνοθέτη βαθύτερης αναζήτησης και ανίχνευσης πολιτισμικών στοιχείων που να επηρρεάσουν τη δομή και τη ρότα της παράστασης. Οι ηθοποιοί, εξαιρετικοί στην πλειονότητά τους, έφεραν γύρω τους ένα διαφορετικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έπαιζε ο καθένας. Δεν υπήρξε μια κοινή γραμμή αντιμετώπισης του έργου διανοητικά, ψυχολογικά και καλλιτεχνικά, αφού οι τόνοι και το ύφος άλλαζαν ενίοτε από τον έναν στον άλλο σαν σε αυτοτελή επεισόδια σειράς. Kαι ενώ ο Jean-Christophe Sais μπορεί να βγάλει ποίηση μέσα από τη λιτότητά των εικόνων του, οι οποίες δεν έλειψαν από την παράσταση και αγγίζουν άλλες χορδές ενός δράματος – επί παραδείγματι αναφέρω σκηνές όπως αυτή της Ανδρομάχης στο βωμό, τη συνάντηση του Ορέστη με την Ερμιόνη, τη συντριβή του Πηλέα μπροστά στο νεκρό σώμα του εγγονού του Νεοπτόλεμου και τη συνάντησή του Πηλέα με τη Θέτιδα που βγαίνει σαν από κουκούλι πεταλούδας στη σκηνή, μέσα σε καθαρό αλλά όχι σκληρό φως- δεν κατάφερε να συντονίσει τα εκλεκτής ποιότητας υλικά του.

Ο χορός ευτυχώς ήταν λιτός και όχι υψηλόφωνος, ειδάλλως θα παρασυρόταν στον απαρχαιωμένο και μουσειακό, γεμάτο στόμφο, τόνο της Ερμιόνης, την οποία υποδύθηκε η Valerie Lang, η οποία όμως δεν έχει μάθει μάλλον ακόμη να συνυπάρχει στη σκηνή. O Daniel Martin, ηθοποιός δοκιμασμένος και από τους αγαπητούς τους αείμνηστου Antoine Vitez, φαινόταν σαν να παίζει έναν Μενέλαο που θα μπορούσε να είναι του Ρακίνα. Ο θαυμάσιος σαιξπιρικός ηθοποιός Thierry Bosc κρατήθηκε για να σωθεί ακριβώς από τα σκοινιά της σαιξπιρικής τραγωδίας, δίνοντας στιγμές ενός εξαίσιου και παραδειγματικής ερμηνείας Πηλέα, αλλά άλλης οκτάβας σε σχέση με την υπόλοιπη ατμόσφαιρα. Ο αξιόλογος Mathieu Genet (Ορέστης), o οποίος δεν δούλεψε για πρώτη φορά με τον Sais, έμοιαζε να δίνει το στίγμα του σκηνοθέτη αλλά η έλλειψη ερμηνευτικού διαλόγου με τους υπολοίπους ήταν δυστυχώς κοινός παρανομαστής. Τέλος, η Hala Omran, στο ρόλο της Ανδρομάχης που έκλεψε στην κυριολεξία την παράσταση, μας συστήθηκε από σκηνής και με την άψογα δίγλωσση ερμηνεία της ως μία πάρα πολύ έξυπνη και ταλαντούχα ηθοποιός, η οποία κατάφερε να φέρει σε πέρας αξιοπρεπώς το βάρος που επωμίσθηκε, παρά τις αντιξοότητες αλλά και τις ρωγμές της σκηνοθεσίας.

Μπουμπουλίνα Νικάκη

Παράσταση στα αραβικά και στα γαλλικά με ελληνικούς υπέρτιτλους

Σκηνοθεσία: Jean-Christophe Sais
Μετάφραση στα αραβικά: Marie Elias
Μετάφραση στα γαλλικά: Jean και Mayotte Bollack (εκδ. Minuit)
Σκηνικά: Jean-Christophe Sais, Jean Tartaroli
Φωτισμοί: Jean Tartaroli
Κοστούμια: Montserrat Casanova
Μουσική: Gilbert Gandil
Ερμηνεύουν:
Louez Ali, Raghad Almakhlouf, Thierry Bosc, Nisrin Fendi, Mathieu Genet, Kouzit Al-Hadad, Lama Hakim, 
Amira Hdife, Gaëlle Héraut, Valerie Lang, Daniel Martin, Kamel Najma, Hala Omran, Iman Oudeh

Εθνικότητά μου: το χρώμα του ανέμου

"Εθνικότητά μου: το χρώμα του ανέμου" του Matei Visniec

(αναδημοσίευση από την ΑΥΓΗ, 2008)

Ο Ματέϊ Βίσνιεκ, γεννημένος το 1956 στο Rădăuţi, κάτοικος Παρισιου, πολυγραφότατος, είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους θεατρικούς συγγραφείς. Αγαπητός σε σκηνοθέτες, διαφόρων γενεών, εθνικοτήτων και χωρών, δεν ξεχνάει να βάζει στην απλή, άμεση και πυκνή γραφή του ένα παγκόσμιο μουσικό χαλί. Το έργο του τίτλου συνίσταται σε μια θραυσματική απεικόνιση του σημερινού κόσμου και της ζωής μέσα σε αυτόν. Λειτουργεί ως σύνολο από κομμάτια ενός σπασμένου καθρέφτη που με το διαφορετικό τους σχήμα αντικατοπτρίζουν την ίδια πραγματικότητα. Πρόκειται για ένα είδος σπονδυλωτού κειμένου, αποτελούμενου από ενότητες τις οποίες ο συγγραφέας αφήνει πλήρη ελευθερία στο σκηνοθέτη να τοποθετήσει και να χρησιμοποιήσει όπως επιθυμεί. Είναι ένας έξυπνος και ξεχωριστός τρόπος να τον κάνει «συνένοχο και συνομώτη» στο ίδιο παιχνίδι, ωθώντας τον να οικειοποιηθεί μέρος της δομής του κειμένου, υπερασπιζόμενος ταυτόχρονα την ιδέα της ελευθερίας, κοινό παρονομαστή στα κείμενά του. Το ιδεολογικό φορτίο του θεατρικού κειμένου χρωματίζει την ίδια την πρακτική του θεάτρου, παίρνοντας ενεργά μέρος στην τρέχουσα συζήτηση περί θεατρικού προσανατολισμού.

Ο Βίσνιεκ, με βλέμμα καθαρό, ιδεολογική νηφαλιότητα, αναγνώσκει την εικόνα που μας περιβάλλει και τις κοινές πλέον παραμέτρους της ζωής των ανθρώπων: από την αυτοπεριχαράκωση μέχρι τη χειραγώγηση και την αγοραφοβία· από την κατανάλωση μέχρι την αυτοθυματοποίηση και την κατάσταση του άβουλου ενεργούμενου· από τον πόλεμο και την πατριδοκαπηλία μέχρι την τρομοκρατία· από τον «ελεύθερο κόσμο» με τη στρέβλωση της ιδέας του δικαιώματος φερειπείν, μέχρι την κηλιδωμένη ανθρώπινη αξιοπρέπεια στα «σύνορα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και τη μετανάστευση από μέρη του χάρτη που σβήνουν μαζί με την αστυνομικές τους ταυτότητες και το λαμπτήρα του ήλιου. Τα πολυσχιδή ρεύματα ροών της παγκοσμιοποίησης, με την αέναη κυκλοφορία του πλούτου σε λογισμική μορφή, την κατάργηση κατά τόπους των γεωγραφικών συνόρων -όπου αυτό ευνοεί το παγκόσμιο εμπόριο- και την κατάρρευση της δομής του Κράτους, με τους υπερεθνικούς επιχειρηματικούς κολοσσούς και το υπερεθνικό εργατικό δυναμικό, τη διάχυση των πληροφοριών και το σχηματισμό δυνητικών κοινοτήτων, γέννησαν υπερεθνική ισότητα στο επίπεδο της ακόμη πιο άνισης παγκόσμια ανακατανομής του πλούτου. Ανεργία, φτώχεια, αβεβαιότητα, μοναξιά, ανθρωποφοβία, ανασφάλεια, είναι παντού το μότο της καθημερινής ζωής, κι έτσι «οι όμορφες θλιβερές ιστορίες είναι πλέον παγκόσμιες».

Η Έρση Βασιλικιώτη σιγοντάρει σκηνοθετικά επάξια τον Βίσνιεκ, γνωρίζοντας και αναγνωρίζοντας το χιούμορ απέναντι σε μια πικρά ποιητική φωτογραφία του μαύρου ή του θανάτου. Η μεστότητα του κειμένου δεν υπονομεύεται από μια φλύαρη σκηνή ρεαλιστικών περιγραφών και αφηγήσεων, ενώ η κίνηση τονίζει μαγικά τη στατικότητα. Τέσσερις εφαπτόμενες επιφάνειες στο φόντο της σκηνής του θεάτρου Πολιτεία υποδέχονται κατά τη διάρκεια του θεατρικού παιχνιδιού την προβολή του εξαιρετικού βίντεο της Μαρίας Λεωνίδου, το οποίο, μέσα στη διακριτική αυτονομία του, συνδιαλέγεται αισθητικά με τα συναπαντήματα των ιδεών και των συγκινήσεων. Οι ηθοποιοί (Βλάχος, Μελισάρης, Γκεσούλης, Προκοπίου, Κοσκινά, Γλυμακόπουλος, Στεφάνου) στέκονται στο ύψος της ευαισθησίας και της τρέλας του κειμένου, διατηρώντας μεταξύ τους ισότιμες ερμηνευτικές ισορροπίες, απόδειξη μιας συγκροτημένης σκηνοθετικής πρόθεσης. Η παράσταση είναι παραγωγή της νέας καλλιτεχνικής εταιρείας ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ την οποία διευθύνει ο Βασίλης Βλάχος και η οποία προσανατολίζεται σε άγνωστα στην Ελλάδα κείμενα. Το κείμενο κυκλοφορεί ως ανάγνωσμα από τις εκδόσεις ΥΨΙΛΟΝ, 2007, σελ. 84, σε μετάφραση Έρσης Βασιλικιώτη.

Μπουμπουλίνα Νικάκη

Ο Μαρξ στο Σόχο

Ο Μαρξ στο Σόχο

(αναδημοσίευση από την ΑΥΓΗ, 2007)

“Ποιός θα ζωγραφίσει τη Γκουέρνικα του Λιβάνου;”, έγραφε η επιστολή του Παλαιστίνιου σκηνοθέτη και ηθοποιού Τζουλιάνο Μαρ Χάμις για τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή τον προπερασμένο Ιούλιο, την οποία συνυπέγραφε, μαζί με τον Χ. Πίντερ, τον Ν. Τσόμσκυ, τον Ζ. Σαραμάγκου κ.α. ο Χάουαρντ Ζιν, πολιτικός ακτιβιστής, επίτιμος καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης και συγγραφέας πολυάριθμων βιβλίων.

Με ανάλογο τρόπο επέλεξε ο Ζιν να μιλήσει για τις αγριότητες του καπιταλιστικού μας κόσμου, σε καιρό ειρήνης όπως σε καιρό πολέμου, τις αντιστρόφως ανάλογα ευημερούσες κοινωνίες και την πολυπόθητη ελευθερία του ανθρώπου. Βρήκε την αμεσότητα που προσιδιάζει σε ακτιβιστή στο είδος του θεατρικού λόγου και μάλιστα στη φόρμα του θεατρικού μονολόγου· αδύνατον να απευθυνθεί κανείς πιο άμεσα σε κοινό. Αυτό τον εξυπηρετεί για να νετάρει κάτω από το αλλήθωρο βλέμμα ζαλισμένων αμφισβητιών, και συγχυσμένων καταναλωτών παντός προϊόντος το θολό ζητούμενο όλης της ανθρώπινης περιπέτειας, το οποίο ονομάστηκε μεταξύ άλλων και “σοσιαλισμός”, “κομμουνισμός”, “πρόοδος”, και δεν είναι άλλο από την ανθρώπινη ευτυχία, μέσα από την μετατροπή του κόσμου και των δομών που τον περιβάλλουν σε έναν κόσμο ισότητας, ελεύθερο, δίκαιο.

Το εύρημα του ογδοντάχρονου Αμερικανού Χάουαρντ Ζιν θέλει τον Μαρξ να επιστρέφει από τον άλλο κόσμο, όπου βρίσκεται με τον Σωκράτη, τον Βούδα, τον Ιησού, τον Γκάντι, με σκοπό να “|αποκαταστήσει την υπόληψή του”. Από “ένα μπλέξιμο της γραφειοκρατίας όμως, βρέθηκε στο Σόχο της Νέας Υόρκης”, αντί για το Σόχο του Λονδίνου όπου έζησε. Το ιδεολογικό φορτίο δεν υπονομεύει τη θεατρικότητα του κειμένου, την οποία καταφέρνει να κατακτήσει και μέσα από το ανατρεπτικό του χιούμορ και μέσα από ένα παιχνίδισμα στην αφήγηση, εναλλαγής προσωπικών στιγμών και πολιτικής σκέψης του ήρωα. Ο προβολέας στη σκηνή παρουσιάζει το γίγαντα Μαρξ σε άκρως ανθρώπινες διαστάσεις, ο οποίος, στο περιτύλιγμα μιας συμπαθητικής φιγούρας, εξαιρετικά φτωχής, πίνοντας και βήχοντας, άλλοτε διακωμωδεί τον εαυτό του και τις ιδέες του, άλλοτε συγκινείται, άλλοτε κορώνει… Με κομψό χιούμορ, ή ευερέθιστη ευθιξία, σχολιάζει διάφορα πικρά σημεία της ιστορίας και της επικαιρότητας, μιλάει για τον Ένγκελς και τον Μπακούνιν, την οικογενειακή του ζωή, την Παρισινή Κομμούνα, τον Στάλιν, τον Ιησού…

Ελατήριο της χειρονομίας του Ζιν φαίνεται να είναι μια στοργική διάθεση απέναντι στον άνθρωπο, η οποία ερεθίζεται με κάθε μορφή προσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Τέτοιες προσβολές δεν συνάδουν με την φινέτσα μιας επί της ουσίας πολιτισμένης κοινωνίας, η έννοια της οποίας είναι εν τέλει παρεξηγημένη και, λόγω έλλειψης ανεκτικότητας, ρατσιστική, ικανή να παίρνει εκφράσεις βαρβαρικές. Μαρξ: -“Αυτοί οι ευγενείς Άγγλοι με το απογευματινό τους τσάϊ και τους δημόσιους απαγχονισμούς!”, ή Βασίλισσα Βικτόρια: -“Αυτοί οι Ιρλανδοί είναι στ’αλήθεια φρικτοί άνθρωποι. Δεν φέρονται όπως τα πολιτισμένα έθνη”. Τζένη: -“Η Αγγλία καταδικάζει σε απαγχονισμό Ιρλανδούς επαναστάτες, οι οποίοι δεν ζητούν παρά μόνο την ελευθερία τους. Είναι η Αγγλία πολιτισμένο έθνος;”. “Η θανατική ποινή δεν έχει θέση σε καμία κοινωνία η οποία αυτοχαρακτηρίζεται πολιτισμένη”. Αντίστοιχα, οι Ναζί έκαναν, με τη μεγαλύτερη ψυχραιμία αποτρόπαια εγκλήματα, αλλά ριγούσαν από συγκίνηση όταν άκουγαν Σούμπερτ. Και τον προπερασμένο Ιούλιο, το δράμα της Ισραηλινής οικογένειας Τάνεμπάουμ παρουσιαζόταν από ορισμένα μέσα ενημέρωσης ως μεγαλύτερης βαρύτητας γεγονός από αυτό της γενοκτονίας στο Λίβανο, ιδεολογία που θα εκφραζόταν υπό τον τίτλο “Όταν έκλαψε η Μπάρμπι!”. Μια επαναστατική πράξη, λέει χαριτολογώντας, χρειάζεται για την επιτυχία της έρεισμα και στόφα ευγενείας, “Να ένα μάθημα: αν είναι να παραβείς το νόμο, κάν’ το μαζί με δύο χιλιάδες ανθρώπους… και με Μότσαρτ!” …

Κριτικάρει υποδόρια την “ποπ” αμερικανική κουλτούρα και σκέψη, με τον καταναλωτισμό των εικόνων και των θεαμάτων, την ψευδαίσθηση της δημοκρατίας, τον λαϊκισμό, την ψυχολογιοποίηση της ιδεολογίας, χαρακτηριστικά που τείνουν να επικρατήσουν παγκόσμια. Σήμερα που το «λαϊκό» είναι ταυτόσημο του μαζικού, του χυδαίου, του καταναλωτισμού και της υποκουλτούρας, δεν μπορεί κανείς παρά να είναι élitaire και δεν είναι κακός ο αριστοκρατισμός αν είναι να τον μοιραστεί κανείς με όλους. Αλλού, η εξάλλαξη της ιδεολογικής πυξίδας έδωσε αποτελέσματα λυπηρά και αργότερα το λεγόμενο “Τέλος των ιδεολογιών” σάρωσε ελπίδες και ηθικό. Έτσι άνοιξε ο δρόμος της νευρωσικής επιστροφής στις θρησκείες, υπαρξιακό αποκούμπι κάθε πικραμένου και παρακαταθήκη ελπίδας για έναν κόσμο ονειρεμένο.

Ο Χάουαρντ Ζιν θυμώνει με την ανθρώπινη ανοησία, αλλά κατά βάθος συγχωρεί την ανθρώπινη αδυναμία ως αναπόσπαστο κομμάτι μας. Δανείζεται λοιπόν το Θεολογικό σχήμα της επιστροφής για να μιλήσει στην πλειοψηφία των ανυποψίαστων θρησκόληπτων και των ξεχασμένων σε προηγούμενα πολιτικά σχήματα. Ενδεχομένως βέβαια να υπονοείται ακροθιγώς κι ένα δίλλημα περί θρησκείας, ως κομμάτι μιας πολιτισμικής έκφρασης. Ωστόσο, “Τον ξέρω τον Ιησού, δεν θα’ ρθει”, καλαμπουρίζει. Το ουμανιστικό του μήνυμα είναι ότι η δυναμική του καπιταλισμού δεν είναι ανεξάντλητη, ότι τις ίδιες πάντα προκλήσεις έχουμε να αντιμετωπίσουμε και μπορούμε. Μέσα από την υπέρβαση παλαιότερων σχημάτων, μπορεί να γίνει επαναπροσδιορισμός του στόχου όπως αυτός προαναφέρεται αρχικά. Ολοκληρώνει τον μονόλογό του με χιούμορ, σαν ένα πείραγμα “Σας τάραξα που γύρισα πίσω; Δείτε το σαν μια Δευτέρα Παρουσία, που ο Χριστός δεν μπόρεσε να έρθει κι έστειλε τον Μαρξ…”

Ο Α. Αντωνόπουλος, γόνος του Θεάτρου Τέχνης, σε μια καλή, « συνενοχική » συνεργασία με τη σκηνοθέτη Α. Καραγιαννοπούλου, ζωντάνεψε ανάγλυφα τη γεύση του κειμένου το οποίο λειτούργησε για τον ίδιο ως μαγικό χαλί. Και οι φωτισμοί του Α. Αναστασίου, σε διάλογο με τα σκηνικά του Γ. Ασημακόπουλου, έδωσαν μια σειρά εξαιρετικών πορτραίτων του Μαρξ επί σκηνής του θεάτρου Προσκήνιο, προσδίδοντάς του χαιρετισμούς σε πόζες αναγνωριστικού σήματος!

Μπουμπουλίνα Νικάκη