«Ποιός κοιμάται απόψε;» της Χρύσας Σπηλιώτη

«Ποιός κοιμάται απόψε;»

το τελευταίο θεατρικό έργο της Χρύσας Σπηλιώτη

«Κανείς» απαντούν οι άστεγοι Έλληνες που έχουν κατακλύσει τις πλατείες της Αθήνας. Και είναι εκατομμύρια πια αυτοί, μια που το έργο παρακολουθεί τα δεινά μας σε λίγο πιο μελλοντικά χρονικά καρέ. Όσοι έχουν ακόμη στέγη πάνω απ’ το κεφάλι τους, προσπαθούν να δραπετεύσουν με κάθε τρόπο. Οι πιο τυχεροί με κανένα αεροπλάνο κι η πλειονότητα με τη φαντασία και την ψευδαίσθηση. Όσο για το ιστορικό κέντρο της πόλης και την Ακρόπολη αυτά προστατεύονται σθεναρά απ’ τα τζάνκια και τους εθνοσωτήρες.

Μια αστεία, άγρια, λυτρωτική κωμωδία για τα όσα ζούμε και θα ζήσουμε. Κοιτώντας όχι λοξά, αλλά κάθετα την πραγματικότητα που αν μη τι άλλο δεν πρόκειται να μας αφήσει να πλήξουμε ούτε δευτερόλεπτο από δω και πέρα.

Με κεντρικό μοτίβο ένα ακτιβιστικό δρώμενο συμπαράστασης στους αναξιοπαθούντες των Αθηνών, που έχουν διοργανώσει κάποιες ευαίσθητες κυρίες των βορείων προαστίων στο Λόφο του Στρέφη, παρακολουθούμε εκ παραλλήλου τις ιδιωτικές και μυστικές στιγμές πολλών διαφορετικών Eλλήνων στα σπίτια και τις δουλειές τους.

Δεκέμβριος 2011

***

«Ποιος κοιμάται απόψε;»

σημείωμα της Χρύσας Σπηλιώτη

Το έργο εκτυλίσσεται στη διάρκεια μιας νύχτας στην Αθήνα ενός αόριστου, αλλά καθόλου μακρινού μέλλοντός της. Μια ακτιβίστρια φωνάζει απ’ το μικρόφωνο σε κεντρική πλατεία. «Ποιός κοιμάται απόψε;».

«Κανείς!» της απαντούν όσοι συγκεντρώθηκαν για να συμπαρασταθούν στα εκατομμύρια πλέον, των άστεγων Αθηναίων.

«Κανείς!» φωνάζουν απ’ τα γειτονικά γραφεία, οι υπάλληλοι που κάνουν ολονύχτια ξενύχτια κι αλληλοσκοτώνονται προκειμένου να μην απολυθούν κι αυτοί.

«Κανείς!» απαντούν επίσης όσοι έχουν τη δυνατότητα να δραπετεύσουν μεσ’ τη νύχτα με κανένα αεροπλάνο.

Οι πιο άτυχοι κι απροστάτευτοι, οι νέοι και οι συνταξιούχοι μόνο μέσα απ’ τη φαντασία και την ψευδαίσθηση μπορούν να δραπετεύσουν, σε εικονικές πραγματικότητες.

Όσο για το ιστορικό κέντρο και την Ακρόπολη, αυτά κατακλύζονται αποκλειστικά απ’ τους νέους μόνιμους κατοίκους της πόλης. Τους μετανάστες, τα πρεζόνια και τους εθνοσωτήρες που ονειρεύονται την σωτηρία της πατρίδας. Μιας Ελλάδας που ψυχορραγεί αλλά επιμένει να μας υπενθυμίζει ότι δεν πεθαίνει.

Εικόνες της αγανακτισμένης πλατείας, της ρατσιστικής βίας, των ναρκωτικών, διασταυρώνονται με την αδιαφορία και τον φόβο. Κατά τη διάρκεια των 21 σκηνών που αποτελούν το έργο, το βλέμμα του θεατή περιφέρεται από επικίνδυνα σοκάκια του αγοραίου έρωτα, σε πολυτελείς βίλες των βορείων προαστίων κι από παιδικά δωμάτια στα υπαίθρια ψυχιατρεία των δρόμων.

Τέσσερις πρωταγωνιστές επιστρατεύονται σε μια συνεχή μεταμόρφωση επί σκηνής σε δεκάδες πρόσωπα-φιγούρες στερημένες ατομικότητας.

Μια κωμωδία χωρίς στοιχεία χαλάρωσης ή φυγής που κοιτάζει όχι λοξά, αλλά κάθετα την πραγματικότητα. Το χιούμορ επιστρατεύεται για να εκτονώσει το βάρος της αίσθησης αδιέξοδου. Η ελπίδα που τρεμοπαίζει, έρχεται μόνο μέσα απ’ ότι δεν μπορούν πια να φανταστούν οι ενήλικοι, αλλά μπορούν οι πολύ νέοι και οι ποιητές. Το έργο κλείνει με τον στίχο του Κωστή Παλαμά*

«Φίλε μου άλλο ζωή κι άλλο ψυχή

Ζωή καταγής, ψυχή μου προς τα επάνω

Μα ότι στοχάζομαι είμαι, όχι ότι κάνω».

 
Εισαγωγή: Έφη Βαφειάδη, Θεατρολόγος
1η έκδ. - Αθήνα : Σοκόλη - Κουλεδάκη, 2012. - 96σ. - (Θέατρο)

* Κωστή Παλαμά Άπαντα, « Ο Γκρεμιστής », Δειλοί και σκληροί στίχοι, Μπίρης, τόμος ένατος,  β’ έκδοση,  Αθήνα 1960, σσ 168-169. « Ο Γκρεμιστής », μουσική: Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος