Ελληνική Αναγέννηση και Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ

Η Εταιρεία Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού κυκλοφορεί το νέο επιστημονικό περιοδικό νέος Ερμής ο Λόγιος. Πρόκειται για μια τετραμηνιαία έκδοση με αντικείμενο την ιστορία, τις ανθρωπιστικές επιστήμες και την τέχνη. Το πρώτο τεύχος ανοίγει με ένα εισαγωγικό κείμενο της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού, όπου δηλώνονται οι ιδεολογικές κατευθύνσεις της και ο χαρακτήρας του περιοδικού.

Το πρώτο μέρος του τεύχους με τον τίτλο περιλαμβάνει κείμενα ενδεικτικά των αντιλήψεων της συντακτικής ομάδας και των συνεργατών του περιοδικού. Ο Μιχάλης Μερακλής γράφει για τις ανθρωπιστικές σπουδές, ο Δημήτρης Μαυρίδης για την συνέχεια του ελληνισμού, ο Σπύρος Βρυώνης παραθέτει τις αντιλήψεις που επικρατούν στις κοινωνικές επιστήμες γύρω από το έθνος και τον εθνικισμό, ενώ ο Ερατοσθένης Καψωμένος αναφέρεται στην νεοελληνική κουλτούρα και το μεσογειακό πολιτισμικό πρότυπο.

Ακολουθεί ένα αφιέρωμα στην ελληνική Αναγέννηση, που προηγείται της ελληνικής επανάστασης του 1821. Περιλαμβάνονται 6 κείμενα: του Γιώργου Καραμπελιά (Η ελληνική Αναγέννηση), του Απόστολου Διαμαντή (Έθνος και λόγιοι στην Τουρκοκρατία), του Δημήτρη Καραμπερόπουλου (Το γνωστικό επίπεδο των ιατρικών γνώσεων κατά τη Νεοελληνική Αναγέννηση), του Στέφανου Μπεκατώρου (Ιωάννης Πρίγκος, εραστής των βιβλίων), του Αλέξανδρου Παπαδερού (Μετακένωσις) και του Τάσου Χατζηαναστασίου (Κοινοί τόποι στη βαλκανική λογοτεχνία της Τουρκοκρατίας).

Στο τρίτο μέρος υπάρχει μία ποικιλία κειμένων και θεματικών, ενδεικτικών των προθέσεων και των κατευθύνσεών μας. Ο Γιώργος Κοντογιώργης γράφει για την γνωσιολογία των συλλογικών ταυτοτήτων, η Παναγιώτα Βάσση αναλύει την θεώρηση της Ουτοπίας στο έργο του Κ. Παπαϊωάννου, ο Χρίστος Δάλκος γράφει για την ανάγκη υπέρβασης της νεωτερικής και μετανεωτερικής αντίληψης για την γλώσσα και την διδασκαλία της, ενώ ο Νίκος Βαρβατάκος αναφέρεται στον θεσμό των οικογενειακών επισκέψεων στην ελληνική σωφρονιστική νομοθεσία και την κοινωνική επανένταξη των κρατουμένων.

Το περιοδικό κλείνει με δύο βιβλιοκριτικές του Δημήτρη Μπαλτά, (Χριστιανισμός και Αναρχία του Ζακ Ελύλ και Το καλό και το κακό στην τέχνη και το Δίκαιο του Βασίλη Μαρκεζίνη), μία εκτενή παρουσίαση του βιβλίου του Α. Νταβούτογλου Το στρατηγικό βάθος: η θέση της Τουρκίας από τον Σπύρο Κουτρούλη και μία συζήτηση του Γιώργου Καραμπελιά με τον Βασίλη Καραποστόλη, γύρω από την ελληνική ιδιοπροσωπία, με αφορμή το βιβλίο του τελευταίου Διχασμός και Εξιλέωση.

Το εγχείρημα του Λόγιου Ερμή

Η εξάντληση μιας ιστορικής εποχής

Η «παγκοσμιοποίηση» θα ήθελε να επιβάλει την ομοιομορφοποίηση σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης ζωής και να διαλύσει κάθε είδους συλλογική ετερότητα, εθνική, ιδεολογική, κοινωνική. Σύμφωνα με την κυρίαρχη ιδεολογική της «αφήγηση», έχει ήδη έλθει το «τέλος της ιστορίας» και, στο εξής, κάθε μορφή παλιάς συλλογικής ετερότητας θα υποκατασταθεί από μια και μόνη μορφή ετερότητας, την ατομική,

Αυτή η λογική, όμως, υφίσταται όλο και περισσότερες επικρίσεις αφού η ετερότητα αναδεικνύεται και πάλι στο προσκήνιο, αρχικώς μέσω της πολιτισμικής και εθνικής διαφοροποίησης, όπως τόσο εναργώς καταδεικνύει η άνοδος του Ισλάμ. Και όλα δείχνουν πως η παγκοσμιοποίηση ηττάται και στο οικονομικό πεδίο, καθώς η οικονομική πρωτοκαθεδρία της Δύσης απειλείται άμεσα από την οικονομική ενδυνάμωση της Ασίας.

Εξ άλλου η οικονομική αποτελεσματικότητα της διευρυνόμενης κλίμακας των ανταλλαγών, των «οικονομιών κλίμακας» και των μεγάλων πληθυσμιακών συγκεντρώσεων, τίθεται αυτή καθεαυτή υπό αμφισβήτηση. Αν, δε, συνυπολογίσουμε και το οικολογικό και κοινωνικό κόστος της παγκοσμιοποίησης, από τις τεράστιες δαπάνες που απαιτούνται για την οικολογική διαχείριση των καταστροφών που προκαλεί η «ελεύθερη οικονομία», έως τα ναρκωτικά, τις φυλακές, την ανασφάλεια, τα προβλήματα υγείας, τότε το συμπέρασμα είναι αδιαμφισβήτητο: Η παγκοσμιοποίηση, με την ξέφρενη και ανεξέλεγκτη μορφή της, αποτελεί ήδη φραγμό στην ίδια την βιωσιμότητα της οικονομίας και θα πρέπει να αντικατασταθεί από μια νέα οικονομική μορφή, διότι το μικρό και το εγγύς παρουσιάζουν μεγαλύτερη οικονομική, οικολογική και κοινωνική αποδοτικότητα από ό,τι το τεράστιο και το απομακρυσμένο.

Η υπέρβαση της αποσύνθεσης και της παρακμής θα επιτευχθεί στην αναβάθμιση του τοπικού, της μερικότητας, της ιδιαιτερότητας, του εθνικού και του περιφερειακού, που όμως δεν αρνείται την επικοινωνία με τον υπόλοιπο κόσμο, δεν αρνείται μια μορφή «παγκοσμιότητας», αλλά προωθεί μιαν οικουμενικότητα δηλαδή ανάπτυξη των παγκόσμιων σχέσεων ιδίως στο επίπεδο της εκπαίδευσης, της επικοινωνίας, της πληροφόρησης – με ταυτόχρονη επιβεβαίωση της διαφοροποίησης.

Συνέπεια της πολιτικής και κοινωνικής παρακμής που ζήσαμε τις ακροτελεύτιες δεκαετίες του περασμένου αιώνα υπήρξε και η γενίκευση της ιδεολογίας του «τέλους»: Τέλος του σοσιαλισμού, τέλος της διαίρεσης σε στρατόπεδα, εξάντληση της οικολογικής ισορροπίας του πλανήτη, τέλος του έθνους-κράτους και του κράτους πρόνοιας, τέλος του ανθρώπου ως φυσικού δημιουργήματος και είσοδος στην εποχή των τεχνητών «προσθηκών».

Και φυσικά, το τέλος των ιδεολογιών και όλα τα συμπαρομαρτούντα: Το τέλος της ιστορίας. Και ο κατάλογος μπορεί να είναι χωρίς… τέλος! Το έσχατο καταφύγιο του σύγχρονου ανθρώπου, ο έρωτας, έπαψε να μοιάζει έρωτας και εισήλθε στη δικαιοδοσία της φαντασμαγορίας της virtual reality.

Κατά συνέπεια, δεν βρισκόμαστε μόνο στο τέλος μιας εποχής, αλλά σε ένα σταυροδρόμι της ανθρώπινης ιστορίας: Η μόνη πιθανή αντίσταση, ή ίσως και η ανατροπή αυτού του παγκόσμιου ενοποιημένου εμπορευματικού συστήματος, μπορεί να προέλθει από την ανάδειξη ενός διαφορετικού συστήματος αναγκών, που θα έχει τέτοια ισχύ και καθολικότητα ώστε να ανατρέψει το κυρίαρχο εμπορευματικό σύστημα· ενός συστήματος αναγκών με νέες ανθρωπολογικές και οντολογικές διαστάσεις.

Το λυκόφως του νεοέλληνα ανθρώπου;

Τα τελευταία ογδόντα χρόνια υπήρξαν καταλυτικά. Οι Έλληνες ξεριζώθηκαν από χώρους στους οποίους είχαν ζήσει για χιλιάδες χρόνια. Μικρά Ασία, Κωνσταντινούπολη, Βαλκάνια, Πόντος, Μαύρη Θάλασσα. Είτε στριμώχτηκαν στην ασφυκτική φυλακή της μετριοκρατικής «ψωροκώσταινας», είτε ταξίδεψαν σε μακρινούς και υπερπόντιους τόπους ως μετανάστες και ως ναυτικοί, μακριά από τον ιστορικό χώρο τους, εκείνον της Μεσογείου. Η δύναμή τους, το εμπόριο, μεταβλήθηκε σε αχίλλειο πτέρνα τους, σε παρασιτισμό και σε αιτία του ξεριζώματός τους την περίοδο των συμπαγών και ομοιογενών εθνικών κρατών. Οι κοινότητες τους, είτε στον ορεινό αγροτικό χώρο, είτε στο πολυεθνικό μωσαϊκό της Μεσογείου, αποσυντέθηκαν και αντικαταστάθηκαν από ηδονοβλεπτική σχέση με τον βασιλιά-τηλεόραση. Οι πόλεις και τα χωριά μας που, κάποτε, σε ευτυχέστερες στιγμές, γέννησαν το μέτρο και την αρμονία, έχουν μεταβληθεί σε άθλια εξαμβλώματα, αγχωτικά, γελοιογραφικά χρησιμοθηρικά, αντανακλώντας όλη την ερήμωση και την ασχήμια μας. Εκεί πλέον κυριαρχεί ο βιασμός του μέτρου και η περιφρόνηση μιας φύσης. Ακόμα και η ριζωμένη στη γη, και κατά τεκμήριο στην παράδοση, αγροτιά έχασε την αγάπη για το δημιούργημά της, τους ίδιους τους καρπούς της γης, και «ενισχύει» τα προϊόντα με λιπάσματα, φυτοφάρμακα και ορμόνες, μολύνοντας θάλασσες και ποτάμια.

Και αν σε ολόκληρη τη διαδρομή του το ελληνικό κράτος υπήρξε αδιαλείπτως ελλειμματικό, σήμερα φθάσαμε στο μη περαιτέρω. Η βιομηχανία και η αγροτική παραγωγή μειώνονται σε απόλυτα μεγέθη, ενώ για την πληρωμή των δανείων καταβάλλουμε πάνω από το 20% του εθνικού εισοδήματος. Και αυτοί που καλούνται να πληρώσουν δεν είναι η παρασιτική άρχουσα τάξη, δεν είναι οι διεφθαρμένες ελίτ της πολιτικής, των ΜΜΕ και της «διανόησης», αλλά οι μισθωτοί, οι συνταξιούχοι, οι «μικρομεσαίοι». Και τέλος ήρθε και το αναπόφευκτο επιστέγασμα, η παράδοση στο ΔΝΤ, τη Γερμανία των τραπεζιτών και η εκπτώχευση των Ελλήνων.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί καν να γίνει λόγος για οποιαδήποτε εθνική πολιτική ή έστω για στοιχειώδη αυτονομία. Παράλληλα, η κατάσταση περιπλέκεται περισσότερο με τη νέα «μεγάλη μετανάστευση των λαών», με την είσοδο πολλών εκατοντάδων χιλιάδων ξένων εργατών και μεταναστών σε μία εικοσαετία.

Τα τριάντα πέντε χρόνια της μεταπολίτευσης έχουν ομογενοποιήσει το πολιτικό προσωπικό και τις ελίτ. Μερικές χιλιάδες άνθρωποι, πολιτικοί, δημοσιογράφοι, διαχειριστές, διανοούμενοι, νέμονται εξίσου, ή σχεδόν εξίσου, την εξουσία, άσχετα με το κόμμα ή την «παράταξη» που ανήκουν. Και το επιστέγασμα, η σκιά του τουρκικού νεο-οθωμανισμού –που απειλεί να μας μεταβάλει σε κράτος υποχείριο όχι μόνο της Ουάσινγκτον και των Βρυξελλών αλλά και της Άγκυρας– πέφτει επάνω μας όλο και πιο απειλητική.

Η «αποστασία» των διανοουμένων

Ίσως σημαντικότερη από την έκπτωση της πολιτικής είναι η γενικευμένη «αποστασία» και απαξίωση των διανοουμένων. Πρόκειται για ένα φαινόμενο καθολικό στον Δυτικό Κόσμο. Οι διανοούμενοι, άλλοτε «συνείδηση», τουλάχιστον εν μέρει των λαών τους (Ζολά ή Ντοστογιέφσκι, Τόμας Μαν ή Ζαν Πωλ Σαρτρ, Γκράμσι ή Καμύ), πρωτοπόροι στα νέα πολιτιστικά και πολιτικά ρεύματα, αντίπαλοι, ή τουλάχιστον επικριτικοί, προς την εξουσία, σήμερα έχουν σιγήσει. Αντίθετα, έχουν μεταβληθεί σε θεράποντες της εξουσίας, σε αστέρες των τηλεοπτικών μέσων και σε φορείς της κυβερνητικής πολιτικής των χωρών τους.Ο Μπερνάρ Ανρί Λεβύ και οι πρώην μαοϊκοί στη Γαλλία λάνσαραν μια από τις πιο αντιδραστικές εκδοχές του «αντιολοκληρωτισμού», ενώ ακόμα κι ο Αντόνιο Νέγκι εκθειάζει τα αγαθά της «Αυτοκρατορίας», όπως έκανε παλιότερα ο συγγραφέας του «Τρίτου Κύματος», ο Άλβιν Τόφλερ, στις ΗΠΑ.

Για τον ελληνισμό τα πράγματα ήταν σχεδόν πάντοτε προβληματικά. Οι επαναστάτες της Φιλικής Εταιρείας θα παραγκωνιστούν από τους Φαναριώτες, ενώ οι φυσικοί φορείς της επανάστασης, ο Κολοκοτρώνης, ο Μακρυγιάννης, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, θα έχουν ανάγκη από «γραμματικούς» για να μπορούν να επικοινωνήσουν. Αγωνιστές και «διανοούμενοι» θα αποτελέσουν δύο διαφορετικά, και ορισμένες φορές διαχωρισμένα, υποκείμενα. Οι συνέπειες υπήρξαν ανυπολόγιστες: Η επανάσταση του ’21 θα σωθεί στο τέλος ως εκ θαύματος. Το ίδιο θα συμβεί στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αγωνιστές σαν τον Άρη Βελουχιώτη θα εκφράσουν το λαϊκό επαναστατικό αίσθημα, ενώ οι «πολιτικοί καθοδηγητές» του ΚΚΕ θα κρατήσουν την πολιτική ηγεμονία και θα οδηγήσουν με τραγικό τρόπο το αντιστασιακό κίνημα στον αυτοχειριασμό, και τα «μακεδονικά» παραληρήματα. Στην περίπτωση του αγώνα για την αυτοδιάθεση της Κύπρου, το 1954-59, αυτή η «αποστασία» θα πάρει τραγικές διαστάσεις και το μεγαλύτερο κόμμα της νήσου, το ΑΚΕΛ, θα εγκαταλείψει τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.

Αυτή η διχοτόμηση ανάμεσα στον λαό και τη διανόηση μπορεί να αναχθεί στην… ελληνιστική εποχή, με την εμφάνιση του γλωσσικού διμορφισμού ανάμεσα στην αττικίζουσα των λογίων και την κοινή ελληνική. Θα γίνει δε εντονότερη μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Οι κοσμικοί ή οι «εκσυγχρονιστές» διανοούμενοι θα φύγουν προς τη Δύση, ενώ οι κληρικοί «διανοούμενοι» θα μείνουν στην Ανατολή, διατηρώντας μια αμφίσημη –σωστική της παράδοσης και ταυτόχρονα «σκοταδιστική»– ηγεμονία πάνω στον ελληνικό λαό. Και το ίδιο σενάριο θα επαναλαμβάνεται για πολλά χρόνια πριν και μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους: οι «φωταδιστές», μαζί με την επανάσταση, τον διαφωτισμό και την εισαγωγή των νέων επιστημών, θα εισαγάγουν και τη λατρεία προς τη Δύση και από την άλλη οι «σκοταδιστές» της Ανατολικής παράδοσης, κυρίως κληρικοί, κηρύττουν την επιμονή στην ανατολική παράδοση, Οι προσπάθειες του Καταρτζή, του Ρήγα Βελεστινή, της Φιλικής Εταιρείας, του Σκουφά, που θα επιχειρήσουν να συνθέσουν τις δύο παραδόσεις και θα οραματιστούν μια ομοσπονδιακή Βαλκανική, θα αποτελέσουν την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Η «ανατολική» παράδοση θα δώσει τον Κοσμά τον Αιτωλό, τον Παπαδιαμάντη και τον Θεόφιλο, τον Κολοκοτρώνη, το δημοτικό τραγούδι και τον Μακρυγιάννη ή τον Βελουχιώτη. Η παράδοση του διαφωτισμού θα δώσει τον Κοραή, τον Κάλβο και τον Σολωμό, τον Σκληρό και τον Κορδάτο, τον Βενιζέλο και τον Ψυχάρη, για να εκφυλιστεί σήμερα στους αναπαραγωγικούς ακαδημαϊκούς διανοούμενους. Η «γενιά του ’30» θα επιχειρήσει, στο πεδίο της δημιουργίας, να υπερβεί τη διχοτόμηση «φωταδισμού-σκοταδισμού». Τέλος μορφές διανοουμένων, όπως εκείνες του Ρήγα Φεραίου, του Νικόλαου Σκουφά, ή του Σταύρου Καλλέργη, του Ανδρέα Ρηγόπουλου, του Γρηγόρη Πανά, του Νίκου Γιαννιού και του Καραβίδα που θα προσπαθήσουν, τουλάχιστον με την πρακτική τους δραστηριότητα, να άρουν αυτή την αντίφαση, θα παραμείνουν περιθωριακές και θα πνιγούν μέσα σε αυτή τη γενικευμένη αντίθεση ανάμεσα σε δυτικόφρονες «φωταδιστές» και ανατολικούς «σκοταδιστές».

. Μετά τη μεταπολίτευση οι καταδιωκόμενοι στο παρελθόν αριστεροί διανοούμενοι θα μεταλλαγούν, σταδιακώς, κατά μεγάλο μέρος, σε ομοτράπεζους της κατεστημένης ελίτ, και θα καταλάβουν ηγεμονικές θέσεις στους θεσμούς. Εξάλλου, ακόμα και όσοι θα ήθελαν να ακολουθήσουν μια διαφορετική λογική υποχρεώνονται είτε να περιθωριοποιηθούν είτε να κάνουν μια σειρά από συμβιβασμούς. Διότι πλέον η οποιαδήποτε χρηματοδότηση της έρευνας έχει εκχωρηθεί από το ελληνικό κράτος στην Ε.Ε. και τους ιδιώτες σπόνσορες, μεταβάλλοντας τους πάντες σε επαίτες προγραμμάτων.

Ιδιαίτερα, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, όταν ο νέος πολικός αστέρας της συντριπτικής πλειοψηφίας της ελληνικής διανόησης έγινε η «Ευρώπη», μεταβλήθηκαν κατά μεγάλο μέρος τους σε θιασώτες του εμπορευματικού/παρασιτικού εκσυγχρονισμού, του «αντιεθνικισμού», σε κόλακες της εξουσίας και των ποικίλων συγκροτημάτων. Από εκφραστές του δυτικού διαφωτισμού, έστω αναπαραγωγικά, σε προπαγανδιστές του πλέον ξέφρενου καταναλωτικού μιμητισμού.

Τέλος, σήμερα, όταν αδυνατίζουν οι δεσμοί και τα οικονομικά οφέλη από τη Δύση, ένα μέρος της προετοιμάζεται για μια νέα «ιστορική στροφή» προς την Τουρκία και τον νεο-οθωμανισμό, εξ ου και η αναθεώρηση της ιστορίας, η υποβάθμιση ή η συκοφάντηση της Επανάστασης του ’21, ο εκθειασμός της οθωμανικής «πολυπολιτισμικότητας» και «ανοχής».

Υπάρχουν βέβαια και διαφορετικές φωνές, αρκετές, σημαντικές αλλά διάσπαρτες. Τις περισσότερες θα τις συναντήσει κανείς σε τομείς της τέχνης της λογοτεχνίας ή της μουσικής και πιο πρόσφατα της ιστορικής έρευνας, όπου εκφράζεται περισσότερο η «ψυχή» ενός λαού.

***

Η ανάγκη ενός άλματος

Γ ια να συμμετάσχουμε όμως σε ένα τέτοιο εγχείρημα, θα πρέπει να δρομολογήσουμε πολιτιστικές, οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές κινήσεις που να κατατείνουν στη διαμόρφωση μιας αληθινά νέας τάξης πραγμάτων, στην οποία το κέντρο βάρους της ανάπτυξης θα μεταφερθεί από το κέντρο στην περιφέρεια σε αντίθεση με το κυρίαρχο χρησιμοθηρικό, παρασιτικό και αντιοικολογικό μοντέλο· που θα αναδεικνύει μια διαφορετική αντίληψη για τη δημοκρατία στο επίπεδο της παραγωγής και των θεσμών, ενισχύοντας τις μορφές άμεσης δημοκρατίας· που θα ενθαρρύνει την κοινωνική και λαϊκή συμμετοχή στον τομέα της παραγωγής, και δεν θα εξοντώνει τα μικροϊδιοκτητικά στρώματα, αλλά θα προσπαθεί να τα ενσωματώσει σε μια κατεύθυνση κοινοτιστικής αλληλεγγύης.

Μια αντίληψη η οποία θα επιχειρήσει να διαμορφώσει μια νέα απάντηση στη σχέση ισότητας και ελευθερίας, πάνω στην οποία σκόνταψαν μέχρι σήμερα όλες οι εναλλακτικές κοινωνικές απόπειρες. Ένα κοινωνικά συνεκτικό και οικολογικά βιώσιμο μοντέλο κοινωνίας, αποτελεί ανάγκη συλλογικής επιβίωσης και όχι μόνο πρόταση ζωής για άτομα, ομάδες, τάξεις και περιφέρειες.

Μια αντίληψη που θα αναδεικνύει, την εποχή της επικοινωνιακής επανάστασης, μια νέα οπτική για την παιδεία, θα απορρίπτει τον ισοπεδωτικό και εκθεμελιωτικό της ελληνικής παράδοσης «εκσυγχρονισμό», θα υπερβαίνει τον ελιτισμό του «τρίτου κύματος» και της αυξανόμενης κοινωνικο-εκπαιδευτικής διαφοροποίησης, χωρίς να αρνείται μια δημοκρατική –οριοθετημένη οικολογικά και κοινωνικά– χρήση της τεχνολογίας, της επικοινωνίας και της βιοτεχνολογίας.

Όμως για να γίνει κάτι τέτοιο ή έστω να αποπειραθούμε αλλαγές προς αυτή την κατεύθυνση, πρέπει να ενισχυθούν οι κάθε είδους πρωτοβουλίες:

Πρωτοβουλίες πολιτιστικές για ανάπτυξη μιας εντόπιας κουλτούρας η οποία δεν θα είναι επαρχιώτικη, αλλά θα διαθέτει στοιχεία οικουμενικότητας, όπως έκανε η ποίηση ενός Καβάφη, ή ενός Σεφέρη, η μουσική ενός Χατζηδάκι.

Στην οικονομία, το διαφορετικό πρότυπο στο εσωτερικό της χώρας μπορεί να είναι πραγματοποιήσιμο μόνο με την ενίσχυση της αυτονομίας μας και τη συνεργασία με τις γειτονικές βαλκανικές χώρες. Η ενίσχυση της οικονομικής αυτάρκειας και της αυτοπαραγωγής, σε πλήρη αντίθεση με τη θεωρία της αυξανόμενης διασποράς της παραγωγής σε πλανητικό επίπεδο, θα οδηγήσει σε ένα οικονομικό μοντέλο πιο αποδοτικό, στο οικολογικό, στο ανθρώπινο αλλά και το οικονομικό πεδίο.

Είναι αλήθεια πως σε όλους τους τομείς παρατηρούνται πρωτοποριακές κινήσεις, έστω και αν δεν είναι αρκετές για να αναστρέψουν τη γενική εικόνα της παρακμής. Όμως κάθε πρωτοβουλία και κίνηση στον τομέα των ιδεών, της οικονομίας, της τέχνης, παραμένει περιθωριακή καθώς δεν ενισχύεται στο πολιτικό και το εκπαιδευτικό-παιδευτικό πεδίο, όπου αντίθετα κυριαρχεί ένα γερασμένο, ραγιάδικο και αναποτελεσματικό σύστημα και μια ρουτινιάρικη διανόηση.

Η σύγκρουση για τον πολιτισμό

Σ τη σφαίρα του πολιτισμού και της ιδεολογίας πρέπει να δοθεί μια αποφασιστική μάχη· εξ άλλου στην Ελλάδα ο κύριος στόχος της στρατηγικής της υποταγής είναι η ιστορία ο πολιτισμός, η επιστημονική παραγωγή, η παράδοση. Αυτή η επιλογή είναι εύλογη. Η Ελλάδα δεν διαθέτει ούτε μεγάλη έκταση, ούτε μεγάλο πληθυσμό, ούτε στρατηγικούς οικονομικούς πόρους. Κατά συνέπεια, ο ισοπέδωσή της διέρχεται, υποχρεωτικά, από τη ριζοτόμηση της ιστορίας, του πολιτισμού της αυτόνομης επιστημονικής παραγωγής, της παράδοσής της.

Αν οι Έλληνες –ένας μικρός λαός με μεγάλη ιστορική παράδοση και πολιτισμό– χάσουν τη μάχη της γλώσσας, της ιστορίας και του πολιτισμού, τότε θα έχουν χάσει τα πάντα. Γι’ αυτό είναι καιρός να οργανωθεί πιο συστηματικά η Αντίστασή απέναντι στον καθολικό πολιτιστικό εξανδραποδισμό μας.

Και η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού συμφωνεί μαζί μας, καθώς και ένας σημαντικός αριθμός ακαδημαϊκών δασκάλων, εκπαιδευτικών της μέσης και στοιχειώδους εκπαίδευσης, καλλιτεχνών, δημιουργών, συγγραφέων, δημοσιογράφων.

Και διαθέτουμε προτάσεις που θα πρέπει να προσαρμόσουμε στη σύγχρονη πραγματικότητα: Σε μια εποχή όπου η κρίση της παγκοσμιοποίησης και της χρησιμοθηρικής και εργαλειακής λογικής, οδηγεί σε τεράστια σύγχυση ολόκληρο τον πλανήτη, ακόμα και κοινωνίες που μέχρι χθες εθεωρούντο αποικιοκρατούμενες ή υποδεέστερες, αποκτούν τη δυνατότητα να διατυπώσουν τη δική τους αντίληψη για μια νέα, μη εξουσιαστική, οικουμενικότητα.

Έχουμε ανάγκη από ένα ευρύτερο πολιτιστικό και ιδεολογικό κίνημα που θα μεριμνά για τη γλώσσα, την ιστορία, τον πολιτισμό και το περιβάλλον, που αποτελεί συνάμα και την οικουμενική πρόταση μας, παίρνοντας βεβαίως στοιχεία και προτάσεις από άλλους πολιτισμούς, εντάσσοντάς τες όμως με δημιουργικό τρόπο στη δική μας παράδοση.

Σε ένα τέτοιο κίνημα θα πρέπει να ενταχθούν όλοι όσοι αγωνιούν, μεριμνούν και ενδιαφέρονται για την επιβίωσή μας ως διακριτού υποκειμένου και ως πρότασης πολιτισμού που μπορεί να προσφέρει σε μια νέα δημιουργική οικουμενικότητα.

Ένα βήμα, ανάμεσα στα άλλα, είναι και η συγκρότηση της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού, που σκοπεύει να αναλάβει ένα συστηματικό έργο σε τομείς όπως η ιστορία, η γλώσσα, ο λαϊκός και λόγιος πολιτισμός, η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, η σχέση με άλλους πολιτισμούς, με στόχο να οργανώνει ημερίδες, συνέδρια και συναντήσεις, να παρεμβαίνει στο Διαδίκτυο και τον Τύπο.

Μετά την έκδοση της ιδρυτικής μας διακήρυξης, –βασικά στοιχεία της οποίας συνοψίσαμε στις σελίδες που προηγήθηκαν– το πρώτο αποφασιστικής σημασίας βήμα της Εταιρείας είναι η έκδοση του περιοδικού της, του «νέου Λόγιου Ερμή».

Ο «νέος Λόγιος Ερμής» παραπέμπει –και εμπνέεται– εμφανώς και εμφαντικά στο σημαντικότερο συλλογικό πνευματικό όργανο του αναγεννώμενου ελληνισμού, τον Λόγιο Ερμή της Βιέννης, που εκδιδόταν από το 1811 έως το 1821 και έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην πνευματική προετοιμασία της ελληνικής παλιγγενεσίας.

Επειδή αποτελεί πλέον κοινή διαπίστωση πως ο παλιός διαφωτισμός εξαντλήθηκε, μετεξελίχθηκε σε εργαλειακό διαφωτισμό, σε μηχανισμό επιστημονικού τεχνοκρατικού σκοταδισμού, κοινωνικού ολοκληρωτισμού και ιδεολογικής χειραγώγησης, το περιοδικό μας δεν μπορεί παρά να στοχεύει σε έναν κυριολεκτικά νέο «διαφωτισμό», μία σύνθεση ορθολογισμού και ρομαντισμού, η οποία θα επιδιώκει παράλληλα την αναγκαία πνευματική αναγέννηση του ελληνισμού. Μια πνευματική αναγέννηση που δεν θα εδράζεται ούτε την «μετακένωση» του,–ούτως ή άλλως εξαντληθέντος πλέον– δυτικού «παραδείγματος» στην καθ’ ημάς πραγματικότητα, ούτε θα προσφεύγει απλώς στην αστείρευτη ελληνική παράδοση, από την αρχαιότητα και το Βυζάντιο έως την τουρκοκρατία και τη γενιά του ‘30, αλλά θα επιχειρεί τον «εκσυγχρονισμό» αυτής της παράδοσης στη σημερινή πραγματικότητα. Διότι απέναντι στο δίλημμα εισαγόμενος εκσυγχρονισμός ή παρελθοντολογική εμμονή στην παράδοση, το ανολοκλήρωτο αίτημα της ελληνικής ιδεολογίας και κοινωνίας, ο αυθεντικός «καημός της ρωμιοσύνης», παραμένει η αυθεντική σύνθεση της παράδοσης μας με τις απαιτήσεις του σύγχρονου κόσμου. Χρειάζεται δηλαδή ένας «εκσυγχρονισμός της δικής μας παράδοσης», μια σύγχρονη θέαση του κόσμου, εκκινώντας από την ιδιαίτερη οπτική γωνία της ελληνικής οικουμένης. Σε αυτή την κατεύθυνση στρατεύεται το νέο περιοδικό που θέλει να είναι ένα μαχητικό επιστημονικό έντυπο στον τομέα της ιστορίας, της γενικότερα των ανθρωπιστικών επιστημών, της τέχνης, της οικολογίας και το οποίο βέβαια δεν θα περιορίζεται μόνο σε θέματα άμεσα ελληνικού ενδιαφέροντος. Ένα περιοδικό που θέλει να συνδυάζει την επιστημονική επάρκεια με την μαχητικότητα και την «ευρυχωρία», δηλαδή τον πλουραλισμό των απόψεων.

Πρέπει να ξαναπιάσουμε το νήμα της διαμόρφωσης μιας σύγχρονης ελληνικής απάντησης στις προκλήσεις του 21ου αιώνα, από εκεί που το άφησαν οι γενιές του ’30, της Εθνικής Αντίστασης και του ’60, ο Γιώργος Σεφέρης και ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Κωνσταντίνος Δημαράς και ο Κώστας Παπαϊωάννου, ο Κορνήλιος Καστοριάδης και ο Δημήτρης Πικιώνης, ο Νίκος Εγγονόπουλος και ο Καραβίδας, ο Κόντογλου και ο Συκουτρής, ο Αναγνωστάκης και ο Κύρου, ο Πεντζίκης ο Βακαλόπουλος και ο Χατζιδάκης, για να αναφερθούμε μόνον σε κάποιους από εκείνους που δεν βρίσκονται πλέον μαζί μας. Τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο.

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΛΕΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ 37, 106 77 Αθήνα
τηλ.: 210 3826319 fax: 210 3839930
email: logiosermis@emep.gr